#Imageries Of Social Actions

+ +

Venice 26th of August 2016, 15th Biennale of Architecture, Greek Pavilion, Event #together? #ImageriesOfSocialActions

by AnthiKosma

Print

“What we are doing together? Is this another artistic meeting about “the usefulness of the useless” as Nuccio Ordine put it?”

“Τι κάνουμε εδώ όλοι μαζί; Πρόκειται για άλλη μια συνάντηση καλλιτεχνών γύρω από τη “χρησιμότητα του άχρηστου”,  όπως λέει ο Nuccio Ordine;”

I would like to talk about images, images of social action as “aniconic icons”, moving images, non static. I will attempt to talk about them through a series of favorite authors and books, for this way it is more likely to create a diagram around them. But also because through these references a new community will be diagrammed; a community consisting of all of us being here. One of those untold communities –inconfessable community as Maurice Blanchot put it- the silent communities of strangers.

Θα ήθελα να μιλήσω για τις εικόνες, τις εικόνες των κοινωνικών δράσεων σαν ανεικονικές εικόνες, εικόνες κινούμενες, μη στατικές. Θα επιχειρήσω να μιλήσω για αυτές μέσα από μια σειρά αγαπημένων συγγραφέων και βιβλίων γιατί κάπως έτσι είναι ίσως πιο πιθανό να διαγραφεί (diagram) κάτι γύρω από αυτές. Αλλά, και γιατί μέσα από τις αναφορές αυτές θα διαγραφεί κάτι από μια άλλη κοινότητα, που αποτελούμε όσοι βρισκόμαστε εδώ. Μια από εκείνες τις ανομολόγητες κοινότητες- “inconfessable community”- του Maurice Blanchot, τις σιωπηλές κοινότητες των αναγνωστών.

Thousands of images surround us. I will talk more, directly or indirectly, about those that I know better: those with a trace that seems to be more free, those that are often connected to our childhood, those non signified signs, those that do not correspond to a phoneme, or, as Agamben writes in history of infancy, those that are the signs that talk to us for those years without phonemes, within those limits, just before a meaning is attached to a scream, there where lessons are passionate, adventurous mishaps. Passionate. Passion. That which isn’t yet speech, therefore isn’t yet someone Else (Another), and yet I am not alone with myself, as Jean-Luc Nancy characteristically describes it (Images, Mimesis & Methexis). Perhaps something similar happens with social actions, these collective ventures, like this one hosting us, they cannot yet articulate or describe what is happening to them and maybe many times in vain, but perforce, look for a correspondence between passion, action and their signifiers. Perhaps of course in this case the correspondence is almost impossible, for how can we match something that is now being born to things already known.

Από τις εικόνες θα μιλήσω, έμμεσα ή άμεσα, πιο πολύ για αυτές που γνωρίζω καλύτερα: εκείνες τις γραφές τις πιο ελεύθερες, αυτές που συχνά συνδέονται με την παιδική μας ηλικία, εκείνα τα μη σημαινόμενα σημάδια, αυτά που δεν αντιστοιχούν σε κάποιο φώνημα ή, που όπως αναφέρει  ο Agamben στο “history of infancy”, είναι τα σημάδια που μας μιλούν για εκείνα τα χρόνια χωρίς τα φωνήματα, σε εκείνα τα όρια, λίγο πριν οι κραυγές αποκτήσουν σημασία, εκεί που τα μαθήματα είναι παθήματα – πάθος. Αυτό που “Ακόμα δεν είναι μια ομιλία, και συνεπώς ακόμη δεν είναι ένας “Άλλος”, κι ωστόσο, εγώ δεν είμαι μόνος με τον εαυτό μου”, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Jean-Luc Nancy Images, Mimesis & Methexis. Συμβαίνει ίσως κάτι παρόμοιο και με τις κοινωνικές δράσεις, αυτά τα συλλογικά εγχειρήματα, όπως αυτό που μας φιλοξενεί, ακόμα δεν μπορούν να αρθρώσουν, να περιγράψουν αυτό που τους συμβαίνει και ίσως πολλές φορές μάταια, αλλά αναγκαστικά, ψάχνουν για μια αντιστοιχία μεταξύ του πάθους, της δράσης και των σημαινόντων. Ίσως βέβαια σε αυτή την περίπτωση η αντιστοιχία να είναι σε μεγάλο βαθμό αδύνατη γιατί πως θα αντιστοιχηθεί κάτι που τώρα γεννιέται με τα ήδη γνωστά.

What is happening? What are we doing in this impossibly symmetrical brick building with the unique iconic central double-door on steps that symbolize an amphitheater? Additionally, what are we doing in the pavilion of an unofficially bankrupt country, with the association of a profession that has been affected by the Greek crisis and globalization in a radical way? An association whose members have abandoned or are in the process of abandoning the country, or try to endure a constant battle for survival. Is this also an image? Or maybe an anti-image, the antipode (very opposite) or maybe a complementary image, the background of social action?

Τι συμβαίνει, τι κάνουμε εδώ μέσα σε αυτό το εξωφρενικά συμμετρικό τούβλινο κτίριο με αυτή την μοναδική εμβληματική κεντρική δίφυλλη πόρτα πάνω σε κάποιες βαθμίδες που συμβολίζουν ένα αμφιθέατρο; Επίσης, τι κάνουμε στο περίπτερο μιας ανεπίσημα χρεοκοπημένης χώρας, με το σύλλογο ενός επαγγέλματος που έχει επηρεαστεί από την ελληνική κρίση και την παγκοσμιοποίηση με τρόπο ριζικό; Ένα σύλλογο όπου τα μέλη του να έχουν εγκαταλείψει ή βρίσκονται σε διαδικασία εγκατάλειψης της χώρας, ή σε μια διαρκή και μάταιη πάλη επιβίωσης. Είναι και αυτό μια εικόνα; Ή ίσως η αντι-εικόνα, ο αντίποδας ή μήπως η συμπληρωματική εικόνα το φόντο των κοινωνικών δράσεων;

20160826_111701

Could it be that the “Burnout Societly” by Byung – Chul Han, the Topology of Violence and even Agony of the Eros by the same author speak about that same background, the era of rather radical capitalism and for those subjects that are crushed and internalize, turn to themselves, instead of externalizing violence?As much as I hate to admit it, I am one of those subjects of our times that under the guise of “I am free”, I work without a boss, in agreement with the idea of “passionate work” so famous in creative labour (McRobbie), in the context of competition and financial crisis, I exploit my own self. I end up being for myself the worst boss I even had. What am I doing with this image of myself, on the border between a profession that loses it’s institutionalized power and my engagement in  marginal social actions in a small, hyper-conservative city of the Mediterranean?

Μήπως τελικά “η κοινωνία της κόπωσης” του Byung – Chul Han,  “η Τοπολογία της Βίας” ακόμα και “η αγωνία του έρωτα” του ίδιου μιλούν για αυτό το φόντο, για την εποχή του ακραίου μάλλον καπιταλισμού και για αυτά τα υποκείμενα που συνθλίβονται και εσωτερικεύουν, γυρίζουν προς τον εαυτό τους, αντί να εξωτερικεύουν τη βία; Όσο κι αν δεν θέλω να το παραδεχτώ, είμαι κι εγώ ένα από αυτά τα υποκείμενα του καιρού μας που με το πρόσχημα του είμαι ελεύθερη, δουλεύω χωρίς αφεντικό, in the idea of “passionate work” τόσο διάσημη στην Creative Labour (McRobbie) στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής κρίσης με αυτο-εκμεταλλεύομαι, έχω καταλήξει να είμαι το χειρότερο αφεντικό του εαυτού μου; Tι κάνω με αυτή την εικόνα μου στο όριο ανάμεσα σε ένα επάγγελμα που χάνει την ιδρυματοποιημένη του ισχύ και την ασχολία μου με περιθωριακές κοινωνικές δράσεις  σε μια μικρή, υπερσυντηριτική πόλη της μεσογείου;

What happens with action, actions that are not explained or justified, that just show up, that contrary to what we learned during our architectural studies, do not seek excuses as if they were a product of reason? If there is something being tested in this amphitheater, in this encounter, this informal meeting, this is perhaps speaking as action, speaking freely without restraints or pretense, carefree, open to improvisation. As Foucault said ‘I start talking and that’s when I find what I wanted to say”. This is about art, timidly starting during Romanticism opposing to the Renaissance current and focusing on the act of creation -instead of the art object and the artist- as an object and knowledge carrier. Action as an act of free will , libre albetrium by Hannah Arendt, that doesn’t need to choose between things, but seeks strangeness.

Τι συμβαίνει με τη δράση, τις δράσεις που δεν δικαιολογούνται, που απλά εμφανίζονται, που αντίθετα από όσα μάθαμε στην αρχιτεκτονική μας εκπαίδευση δεν αναζητά δικαιολογίες σαν να πρόκειται για προϊόν της λογικής; Αν δοκιμάζεται εδώ σε αυτό το αμφιθέατρο, σε αυτό το συναπάντημα, την άτυπη συνέλευση κάτι αυτό ίσως να είναι το λέγειν σαν μια δράση, ένα λέγειν ελεύθερο από περιορισμούς, προσχήματα, ανέμελο carefree, ανοιχτό στον αυτοσχεδιασμό. Όπως έλεγε ο Foucault “ξεκινώ να μιλώ και τότε είναι που βρίσκω αυτό που ήθελα να πω”. Η τέχνης που από το ρομαντισμό ξεκινά δειλά αντίθετα από το αναγεννησιακό ρεύμα να μετατοπίζεται από το έργο και τον καλλιτέχνη σαν αντικείμενο και φορέα γνώσης στην διαδικασία της δημιουργίας του. Η δράση σαν ελεύθερη βούληση libre albetrium της Hannah Arendt, που δεν έχει να διαλέξει ανάμεσα σε κάτι, αλλά αναζητά το παραξένεμα (strangeness). 

It is during this movement towards a new understanding of knowing (saber) that Mario Perniola in his last book on the occasion of 2015 Biennale “expanded Art” talks about fringe and the transition from “the world of art” to “the worlds of art”, the rupture of the classic dipoles like Outisder Art and Institutional Art. The traditional notions/concept of success and failure, the avant garde era, are not suitable any more to understand that symbolic action that precedes figure, the poetry that has the ability to set the pace and precede action, as Rimbaud writes. In “Going PublicBoris Groys talks as well, and maybe more specifically, for these transformations of art in our time.

Κάπου εκεί σε αυτή τη μετατόπιση προς μια νέα κατανόηση του γνωρίζω (saber) είναι που ο Mario Perniola στο τελευταίο του βιβλίο με αφορμή την biennale του 2015 “Expanded Art” μιλά για τη στροφή fringe και για τη μετάβαση από “τον κόσμο της τέχνης” στους “κόσμους της τέχνης”, τη ρήξη κλασσικών δίπολων όπως Outsider Art and Institutional Art. Οι παραδοσιακές έννοιες της επιτυχίας και της αποτυχίας, της εποχή της avant gard, δεν είναι πια κατάλληλες για να κατανοήσουν εκείνη τη συμβολική δράση που προηγείται της φιγούρας, την ποίηση που έχει την ικανότητα να χαράζει το ρυθμό και να προηγείται της δράσης, όπως λέει ο Rimbaud. Στο “Going Public” o  Boris Groys μιλά κι αυτός και ίσως πιο συγκεκριμένα για αυτές τις μεταμορφώσεις της τέχνης στις μέρες μας.

Perniola says that in a way, this art is irrelevant to politics, it’s “Pre-Politics” not because in art there is a lack of relation to politics; on the contrary because it is characterized by a multitude of initiatives that are never translated into a specific decision or an irreversible choice. The artist is available during the action, an action condemned to “pre-”, and always, just like Brecht‘s collage images as presented by Didi Huberman when images take a position, timely before their time. Perniola goes further and perhaps, in a simplified way, coincides with Jacques Ranciers, talking about an emancipated viewer that interprets images in their own way. Where image is open to interpretation regardless even the story of creation of the work of art itself.

Λέει ο Perniola πως αυτή η τέχνη είναι κατά κάποιο τρόπο παραπολιτική, Παρά τα Πολιτικά,  όχι γιατί στην τέχνη υπάρχει έλλειψη σχέσεων με την πολιτική, αλλά αντιθέτως γιατί αυτή χαρακτηρίζεται από μια πληθώρα από πρωτοβουλίες που ποτέ δεν μεταφράζονται σε μια συγκεκριμένη απόφαση ή σε μια μη αναστρέψιμη επιλογή. Ο καλλιτέχνης διαθέσιμος στη δράση, ωστόσο μια δράση καταδικασμένη στα παρά, και πάντα όπως οι εικόνες – collage του Brecht, όπως παρουσιάζονται από τον Didi HubermanWhen images take a position“, είναι επίκαιρες πριν την εποχή τους. Ο Perniola προχωρά και ίσως κατά κάποιο απλοποιημένο τρόπο να συμπίπτει με τον Jacques Rancier μιλώντας για έναν θεατή χειραφετημένο που ερμηνεύει τις εικόνες με το δικό του τρόπο. Όπου η εικόνα είναι ανοικτή στην ερμηνεία ανεξάρτητα ακόμα και από την ιστορία δημιουργίας του ίδιου του έργου τέχνης.

Whenever I find myself in this pavilion the truth is I don’t understand much, I can’t figure out, I don’t discern the (art)work clearly. If the venture of #ThisIsACo-op is a social action, maybe it belongs timidly and fearfully in these blurred boundaries of an art that is more an opening of different worlds than a specific, predefined and controlled gesture, more an Outsider than an Insider Institution, that still tries persistently to transfer from bottom to top, in a sloppy and disorganized way, an image.

Οπότε βρίσκομαι σε αυτό το περίπτερο και η αλήθεια είναι πως δεν καταλαβαίνω και πολλά, δεν ξεχωρίζω, δεν διακρίνω και τόσο έργο. Αν το εγχείρημα του #ThisIsACo-op είναι μια κοινωνική δράση ίσως να ανήκει δειλά και φοβισμένα σε αυτά τα ασαφή όρια, αυτής της τέχνης που ποια είναι περισσότερο το άνοιγμα διαφορετικών κόσμων παρά μια συγκεκριμένη, προκαθορισμένη και ελεγμένη χειρονομία, περισσότερο ένα Outsider από ένα Insider Institution, που ωστόσο προσπαθεί επίμονα να μεταφέρει από κάτω προς τα πάνω, άτσαλα και ανοργάνωτα μια εικόνα.

20160825_172516-1

It’s perhaps because the image of its action, like the images of social actions, like those that everyone here uses to experiment, after the experience or during it, isn’t but an image in motion, maybe something from the image of French-Chinese F.Julien where the big image doesn’t have a form, or because there where new pictures are born, there will always be the image of their own birth, the image of the image (itself) by Javier Segui. Actions leave their traces, that in turn function as images, the negatives that reference those movements, those bodies that carved them. InAnthropology of Images by Hans Belting, images are not connected anymore with the inside but with our mental images and of course with the body. The body that gets transferred outside, that at the same moment writes and is written, touches and is being touched as Jean-Luc Nancy put it, since only through that opening towards the outside is it able to feel the limits of its own strange body, that body that it can never  see complete, that eludes, a body that rarely forgets, that dreams and is capable each moment to recall the longest forgotten memories.

Ίσως γιατί η εικόνας της δράσης του όπως οι εικόνες των κοινωνικών δράσεων, σαν αυτές που σίγουρα καθένας μας εδώ πειραματίζεται, μετά την εμπειρία ή κατά τη διάρκειά της δεν είναι παρά μια εικόνα σε κίνηση, ίσως κάτι από την εικόνα του γαλλοκινέζου F.Julien όπου “η μεγάλη εικόνα δεν έχει φόρμα”, ή γιατί εκεί που καινούργιες εικόνες γεννιούνται θα υπάρχει πάντα η εικόνα της ίδιας της γέννησής τους, “η εικόνα [της ίδιας] της εικόνας” του Javier Seguí. Οι δράσεις αφήνουν τα χνάρια τους που με τη σειρά τους λειτουργούν σαν τις εικόνες, τα αρνητικά που κάνουν αναφορά σε εκείνες τις κινήσεις, εκείνα τα σώματα που τις χάραξαν. Στην “ανθρωπολογία των εικόνων“anthropology of images” του Hans Belting οι εικόνες συνδέονται πια όχι με τα μέσα αλλά με τις νοητικές μας εικόνες και φυσικά με το σώμα. Σε αυτό το σώμα που εκ-γράφει, μεταφέρεται προς τα έξω, που την ίδια στιγμή γράφει και γράφεται, αγγίζει και αγγίζεται του Jean-Luc Nancy μια και μόνο μέσα από αυτό το άνοιγμα προς τα έξω είναι ικανό να νοιώσει τα όρια του δικού του παράξενου σώματος εκείνου του σώματος που ποτέ δεν καταφέρνει να δει ολόκληρο, που του ξεφεύγει, ένα σώμα που δύσκολα ξεχνά, που ονειρεύεται και είναι ικανό ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει τις πιο ξεχασμένες αναμνήσεις.

There is therefore an inverse image that, like an echography, “talks” about an inverse image. The writing and the traces as the mold, the imprint of a body that never appears, or that we can only suspect its views, its views in movement.

Υπάρχει λοιπόν μια αντίστροφη εικόνα, που σαν ecography μας “μιλά” για μια αντίστροφη εικόνα. H γραφή και τα χνάρια σαν το καλούπι, το αποτύπωμα ενός σώματος που ποτέ δεν εμφανίζεται, ή που μόνο μπορούμε να υποψιαστούμε τις όψεις του, τις όψεις του εκ-κινήσει.

20160825_172425

Back there, on these black walls, in a while, with white on black, we will try, through this inverse design, as J. L. Moraza calls it, to verge on this inverse image, where the image is not on the etchings on the surface but somewhere in between the one and the Other; in “together” as bodies will try to find a place the one next to the other, to “listen” to one another, to react to what the other person etched, to add while being “infected” by the Other in this improvised choreography without shows, removed from the rules or representation, from the well-knowl “it looks like”/”it doesn’t look like”, we will try without a draft, to open the surface of this work as a “window in chaos”, by Cornelius Castoriadis, a window that would like to look like freedom on the great canvas of “Fantasy” by Kandindky. There were the flatness of the canvas turns into place and at the same time “out of place” experience (A.Badiou). Out of place simply because it gets dissolved the moment of it’s creation.

Πίσω, σε αυτούς τους μαύρους τοίχους, σε λίγο, με λευκό πάνω στο μαύρο, θα προσπαθήσουμε, μέσα από αυτό το ανάποδο σχέδιο, όπως το ονομάζει ο J. L. Moraza  να προσεγγίσουμε αυτή την αντίστροφη εικόνα, όπου η εικόνα δεν βρίσκεται τόσο στο χαραγμένο στην επιφάνεια αλλά που κάπου ανάμεσα στον έναν και τον Άλλο. Στο μαζί καθώς τα σώματα θα προσπαθήσουν το ένα να βρει θέση δίπλα στο άλλο, να “ακούσει” το ένα το άλλο, να αντιδράσει σε αυτό που χάραξε ο δίπλα, να συμπληρώσει, καθώς θα επηρεάζεται, θα “μολύνεται” από τον Άλλο σε αυτή την ελεύθερη χορογραφία – χωρίς παραστάσεις, μακρυά από τους κανόνες των αναπαραστάσεων, από το γνωστό “μοιάζει, δεν μοιάζει” θα προσπαθήσουμε χωρίς προσχέδιο, να ανοίξουμε την επιφάνεια του έργου σαν “το παράθυρο στο χάος” του Κορνήλιου Καστοριάδη, ένα παράθυρο που θα ήθελε να μοιάζει σε ελευθερία στο μεγάλο καμβά της Fantasy του Kandinsky. Eκεί όπου η επιφανειακότητα (flatness) του καμβά μετατρέπετε σε τόπο και συνάμα σε μια “εκτός τόπου” “out of place” εμπειρία (A.Badiou). Εκτός τόπου γιατί πολύ απλά διαλύεται τη στιγμή της γέννησής της.

The movements of bodies mutatis mutandis create their own mind maps, this internal movement, e-motion, the one that Rembrandt characterized “the biggest and most natural movement”, maybe the one that according to Didi Huberman in his analysis on Pathosformel by Aby Warburg is the remnant of images or what is not as well-known but preoccupied Darwin “The expression of the emotions in man and animals”; this autonomous movement.

Οι κινήσεις των σωμάτων mutatis mutandis δημιουργούν τους δικούς τους mind maps αυτή την εσωτερική κίνηση  e-motion, αυτή που ο Ρέμπραντ χαρακτήρισε “την πιο μεγάλη και την πιο φυσική κίνηση”, ίσως αυτή που κατά τον Didi Huberman στην ανάλυση του για το Pathosformel του Aby Warburg είναι το απομεινάρι των εικόνων ή αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό αλλά που τόσο απασχόλησε τον DarwinThe expression of the emotions in man and animals”, αυτή η αυτόνομη κίνηση.

In this experiment for this internal autonomous movement, present in the emersion of the image of the emotions that  emerge in this “Plus” (+) of the free action of “Making Together”, you are all invited.

Σε μια δοκιμή για αυτή την εσωτερική αυτόνομη κίνηση, μπροστά στην ανάδυση της εικόνας των συναισθήματων που αναδύονται σε αυτό το “Συν”(+) της ελεύθερης δράσης του “Making together”. Είστε όλοι καλεσμένοι.  

20160826_180517-222

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s