Polis [Πόλις] Timelapse [Χρόνοι]

____timelapse_anthokosmos_20200404

Άραγε ο Ιός είναι του Θεού; Is the virus* of God?

Περπατώ στην πόλη, είναι σκοτεινά, ήσυχα, με λίγο φως, άδειοι δρόμοι, άσφαλτος, αρκετή ησυχία..(ακούω τα βήματα μου στην άσφαλτο). I walk in the city, it is dark, quietly, with a little light, empty streets, asphalt, quite quiet … (I hear my footsteps on the asphalt).

Που και που κάποια λακκούβα, τα πεζοδρόμια όπως πάντα ένα κολλάζ με ανεβοκατεβάσματα, λίγα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, υγρασία, που και που μια γάτα ή η μυρωδιά από κάποιο τζάκι. Every now and then a pothole, sidewalks as always look like a collage with ups and downs, a few parked cars, humidity, sometimes a cat or the smell of a fireplace.

**

Θα μπορούσα να περπατώ στη ίδια πόλη, μια νύχτα σας κι αυτή,  πριν περίπου εκατό χρόνια. I could have been walking in the same city, a night like this, about a hundred years ago.

Θα είχε σίγουρα λιγότερο φως. Οι δρόμοι θα ήταν μάλλον χωρίς άσφαλτο, τα παπούτσια μου θα ήταν γεμάτα λάσπη ή σκόνες. It would definitely have had less light. The roads would have been, probably, without any asphalt, my shoes would have been covered in mud or dust.

Σίγουρα θα είχα να αποφύγω περισσότερες λακκούβες. I would have definitely had to avoid more potholes.

Πεζοδρόμια, δηλαδή οριοθετήσεις μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου για την ασφάλεια των πεζών, μάλλον δεν θα υπήρχαν παντού ή πουθενά. Sidewalks, that is, boundaries between private and public space for pedestrian safety, wouldn´t probably be present everywhere or nowhere.

Η ατμόσφαιρα θα μύριζε περισσότερες ξυλόσομπες ωστόσο η ησυχία θα ήταν παρόμοια. The atmosphere would smell more smock of fireplaces, but the silence would be similar.

Η πόλη μου πριν αποκτήσει τα χαρακτηριστικά μητροπολιτικής παγκοσμιοποιημένης πόλης έμοιαζε περισσότερο με χωριό. My city, before acquiring the characteristics of a globalized metropolitan center, looked more like a village.

Εγώ θα ήμουν μάλλον ένα άλλο υποκείμενο. I would probably have been another subject.

Θα ζούσα σε μια κοινωνία της πειθαρχίας, όπως λέει και ο Χαν[1]I would have been living in a society of discipline, as Han[1] puts it.

Θα έδειχνα σίγουρα και αναγκαστικά περισσότερο σεβασμό στους μεγαλύτερους, την οικογένεια και γενικά στις αυθεντίες.  I would have certainly and necessarily showed more respect to the elders, family and the authorities in general.

Προφανώς θα πίστευα στο Θεό και θα άναβα ένα κερί στην εκκλησιά αν και σίγουρα κάτι θα είχε πάρει το αυτί μου για τους Άθεους. I would obviously believe in God and light a candle in the church, although surely something would have heard about Atheists.

Και κυρίως, με κάποιο χριστιανό θα με είχαν παντρέψει ή θα είχα ερωτευτοπαντρευτεί. And most importantly, i would have been forced to get married to a Christian or I would have fallen in marriagelove.

Σε κάθε περίπτωση θα ήμουν ένα άλλο υποκείμενο, βέβαια επειδή ακόμα και σε εκείνες τις πόλεις κάποιος έφευγε και ξενιτευόταν μάλλον θα ζούσα, όπως τώρα, θα ονειρευόμουν άλλες πατρίδες, ζωές και αμερικάνικα όνειρα. In any case, I would have been a different subject. But because even in those cities people left and emigrate, I would probably live, as I do now, dreaming of other homelands, lives and ‘American dreams’.

**

Καθώς περπατώ στην πόλη της καραντίνας θυμήθηκα ένα βράδυ που γύριζα στο σπίτι που μεγάλωσα μετά από πολλά χρόνια. Είχε κάτι παρόμοιο εκείνο το βράδυ. As I walk through the city of quarantine, I remembered one night, when I was returning in the house I grew up, after many years. There was something similar to this night.

Δεν ήταν μόνο ότι μέναμε κάπου στην άκρη της πόλης, ότι ήταν αργά και δεν είχε πολύ θόρυβο. It wasn’t only about the fact that we lived somewhere on the edge of the city, that it was late and there was no much noise.

Είχα ένα παρόμοιο συναίσθημα. I had a similar feeling.

Εκείνο το συναίσθημα του «ανήκω και δεν ανήκω πια εδώ». That feeling of ” belonging and not belonging here anymore”.

Η οικία ήταν εδώ και όμως όλα ήταν ανοίκεια (για να γίνει το λογοπαίγνιο). The house ´family´ was here and, in spite of that, everything was unfamiliar (to make a word play).

Δεν ξέρω αν ήμουν πια κάποια άλλη, λάθος σώμα σε λάθος μέρος, ένα σώμα που υπάρχει απλά παρατηρώντας τα πράγματα κάπως από μακριά. I don’t know if I was another woman, a wrong body in a wrong place, a body that exists just observing everything a bit from afar.

Σίγουρα ήμουν ένα άλλο υποκείμενο. I was definitely another subject.

Πιο κοντά σε αυτό που ο Χαν[1] περιγράφει για το υποκείμενο της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, της κοινωνίας της «κόπωσης», της αυτοεκμετάλλευσης, της «θετικοποίησης», των like, των «θέλω», «των εκτός ορίων» και των «μπορώ». Closer to what Han[1] describes for the subject of globalized society, the society of burnout , self-exploitation, “positivism”, of “without limits”,  “I want” and “I can”.  

**

Έτσι που βλέπω την πόλη σκοτεινή σκέφτομαι πως θα μπορούσα να περπατώ στην πόλη ή τον πλανήτη όπου το κίνημα ενάντια στην κλιματική αλλαγή πέτυχε. While I see the city in the dark, I think that I could have been walking in the city or the planet where the movement against climate change had succeeded.

Οι πολίτες έκαναν αυτοκριτική συνειδητοποίησαν τον προηγούμενο τρόπο ζωής, την υπερεκμετάλλευση των πολυεθνικών και πήραν αποφάσεις. The citizens had become self-critical, they realized the previous way of life, the overexploitation of the multinational companies and they had made decisions.

Έκλεισαν τα  φώτα, μείωσαν τις μετακινήσεις με τα ΙΧ, την κατανάλωση, πίεσαν και πέτυχαν ένα βασικό εισόδημα κι έχουν αρχίσει να μετατρέπουν τους δρόμους σε πεζόδρομους, να σχεδιάζουν σε αυτούς δεντροφυτεύσεις, να ασχολούνται με ότι πραγματικά τους αρέσει κτλ. They turned off the lights, reduced travel by car, consumption, demand and earned a basic income. They began to turn roads into sidewalks, planting trees, dealing with whatever they really like, etc.

Είναι πολύ πιθανό. It is very likely.

**

Οι πιθανότητες δεν είναι το πεδίο μου. Probabilities aren’t my field.

Όσες “αόρατες πόλεις” και να διαβάσω ό,τι και να μου θυμίζει πια η πόλη μου οι ιστορίες των πόλεων και οι κρίσεις τους έχουν κάποια χαρακτηριστικά. No matter how many “invisible cities” I may read, no matter what my city reminds me of, the stories of the cities and their crisis have some characteristics.

Οι καπιταλιστικές κρίσεις έχουν ρίζες στην πόλη, λέει ο Χάρβευ[2]Capitalist crises have their roots in the city, Harvey[2] says.

Κάποτε τα τείχη της πόλης ήταν τα όρια του κόσμου[3]. Once upon a time, the city walls were the limits of the world[3].

Έξω από τα τείχη ζούσαν οι ανένταχτοι, οι δούλοι, οι άνθρωποι των αγρών. Outside of the walls is where the disobedient, slaves, and people of the fields used to live.

Και στα όρια της πόλης γινόντουσαν οι ανταλλαγές, οι διακινήσεις, γεννιόντουσαν οι επιθυμίες για παραβάσεις και «διαβάσεις». And the limits of the city was where exchanges, movements, transgressions, “crossings” and desires were burned and realized.

Οι γενναίες πόλεις βέβαια δεν είχαν τείχη. Of course, brave cities had no walls.

Η τύχη βρισκόταν στη δύναμη των αντρών μιας κατά τα άλλα καλά οργανωμένης μητριαρχίας, αλλά μάλλον ξέφυγα από το θέμα που γράφω. Destiny was in the hands of the powerful men of an otherwise well-organized matriarchy, but I probably slid slightly off the subject I write about.

Οι παγκοσμιοποιημένες  πόλεις και οι «ανοικτές» χώρες μας ξαφνικά οριοθετήθηκαν. Our globalized cities and “open” countries have suddenly become bounded.

Οι πολίτες «μπήκαν μέσα» για να προφυλαχτούν. Citizens “got inside” and this is where they are going to stay to protect themselves.

Αν και πάντα υπήρχαν τα τείχη της εξουσίας τα τείχη της εποχής μας είναι πιο εξελιγμένα. Although there have always been walls of power, the walls of our time are more sophisticated.

Είναι αόρατα, μολυσματικά και ηλεκτροηλεκτρονικά. They are invisible, infectious and electroelectronic.

Άραγε τώρα έξω από τα «τείχη» των ψηφιακών μολυσμένων πόλεων ποιοι μένουν; I wonder who might be living outside the “walls” of the digitally infected cities now?

Και περπατώντας σκέφτομαι πως η αγωνία μας, πάντα μαζί με τον ιό και το θάνατο, μάλλον δεν είναι άλλη, από το να μην μείνουμε έξω από τα τείχη της πόλης…τα καλώδια της… And while I am walking, I think that our agony, among virus and death, is probably nothing more than that of not being left outside of the city walls … its cables …

 

* game of words between “ios” (Virus) and “Yos” (Son of the God)

[1] Han, Byung-Chul. Η κοινωνία της κόπωσης. Όπερα, 2015Han, Byung-Chul. The burnout society. Stanford University Press, 2015.

[2] Harvey, David. Εξεγερμένες πόλεις: από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης. ΚΨΜ, 2013. Harvey, David. Rebel cities: From the right to the city to the urban revolution. Verso books, 2012.

[3] Trías, Eugenio. Los límites del mundo. 2000.

 

 

 

 

 

 

2 comments
  1. Kostas Lenis said:

    Χαιρετώ την ποιητΑνθή !

    • Και η Ανθή χαιρετά τον κινηματογραφιστημελισσοκομο των συλλογικών κατοίκησεων..✌🏿

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: