Archive

DUTH

91915469_2658090824473372_5097320298458382336_n

της Νικολέττας Πουλλή

ΑΠΡΙΛΗΣ 2020

Αναμφισβήτητα πια ζούμε σε μια ετεροτοπία. …

Ο κάθε ένας “καλείται” να μείνει μέσα – κυριολεκτικά και μεταφορικά με τις όποιες συνθήκες μπορεί να επικρατούν στο μέσα του καθενός.

Καλείται να κατοικήσει με έναν νέο – ίσως και ξένο για πολλούς- τρόπο.

Να στραφεί στο μέσα να δημιουργήσει νέους τόπους, να αγγίξει τη σφαίρα του φαντασιακού, να δημιουργήσει τόπους ουτοπικούς, σε ένα παρόν δυσοίωνο, σε ένα μέλλον μάλλον δυστοπικό.

«Τι μόνιμο θα αφήσει ο “προσωρινός” εγκλεισμός;» Αναρωτιέμαι.

Καθώς ελαχιστοποιείται το ανθρώπινο ίχνος, κάθε φυσική ανθρώπινη αλληλεπίδραση / διάδραση, και καθώς το αίσθημα συναισθηματικής ασφάλειας έχει χαθεί προ πολλού παραμένουν οι πρότινος τόποι ως τόποι δια μέσου της μνήμης και της ιστορίας ή μεταβάλλονται σε κάτι άλλο;

Με το πέρας της “παύσης” και την “ενεργοποίηση” και πάλι των πόλεων και των δημόσιων χώρων θα έχουν μεταβληθεί οι σχέσεις και οι τόποι; και ως προς ποια κατεύθυνση;

Η προσωπική ανασφάλεια που τρέφεται εδώ και καιρό, η ατομική και συλλογική συνείδηση ,που ήδη νοσούσε εκφράζεται τώρα – ή μάλλον μεταφράζεται – σε ένα συλλογικό πανικό (ή και υποχρεωτική απραξία).

Από τη μία το παρόν παρουσιάζεται/σερβίρεται απειλητικό και παραμορφωμένο και ως τέτοιο βιώνεται, το μέλλον δεσμεύεται δυσοίωνα.

Από την άλλη όμως τίποτα δεν είναι καταλυτικό και μη αναστρέψιμο όταν ο φόβος δεν κυριαρχεί.

Έχοντας στραφεί σε μια e-topia, μια ηλεκτρονική ουτοπία, θα ήθελα να χρησιμοποιήσω όρους του υπολογιστή, δηλαδή πλέον, κοινές και καθημερινές λέξεις.

Ενώ πολλοί επιλέγουν το lock και ζητάνε το shut down, κάποιοι άλλοι είναι σε sleep mode (εδώ και καιρό), άλλοι ψάχνουν για το reset ενώ το μυαλό άλλων είναι ήδη στο restart.

Σε αυτές τις σκέψεις γύρω από το πριν και το μετά ίσως το ζητούμενο να είναι πότε και πώς θα καταφέρουμε ένα συλλογικό restart, δηλαδή μια επανεκκίνηση «από κοινού».

Έχει ενδιαφέρον με την σημερινή ματιά να παρουσιαστούν κάποιες σκέψεις, ερωτήματα, διερευνήσεις, διαπιστώσεις που παρουσιάστηκαν σε μια – χωρίς τέλος –  εργασία πριν περίπου 2 χρόνια.

Με αυτό το ίχνος, του ανολοκλήρωτου που εμπεριέχει πάντα η αναζήτηση και του άγνωστου που αφορά τα μελλούμενα, ξεχώρισα κάποιες από τις τότε σκέψεις.

Μια διαδρομή στο λαβύρινθο εκείνων των σκέψεων και των εννοιών, που  οδηγεί στο σήμερα και στη σύγχρονη πραγματικότητα.

[2χρόνια –σχεδόν-πριν]

ΝΟΕΜΒΡΗΣ 2018

– χώρος –  ποιος χώρος – αντίληψη – αντιληπτική διαδικασία – αισθήσεις –  εμπειρία – μνήμη – σώμα – σωματικότητα –  υπαρξιακή αναζήτηση – τόπος –  μη τόπος–

-Τι αναζητά ο άνθρωπος;

Να οικειοποιηθεί το περιβάλλον του και να αποδώσει σε αυτό κάποιο νόημα. Να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε αυτό δημιουργώντας την ταυτότητα του. Βαθύτερο ζητούμενο είναι η δημιουργία της αίσθησης της συναισθηματικής ασφάλειας. Έχει ανάγκη ο άνθρωπος να δημιουργήσει και να κατανοήσει τον εσωτερικό του κόσμο και στη συνέχεια να τον εκφράσει. Η ανάγκη του για έκφραση του εαυτού είναι η εκδήλωση της ίδιας της ύπαρξης, είναι η ανάγκη του για επικοινωνία.

cover

Τόπος: ο χώρος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπου το άτομο μπορεί να αναγνωρίσει και να ορίσει τον εαυτό του μέσω αυτού, να ενδυναμώσει την ταυτότητά του, να δημιουργήσει σχέσεις με άλλα άτομα και να βρει ίχνη του παρελθόντος με σημάδια διαδοχής.

Read More

Είπα μόνο πως πρόκειται για ένα πάρκο.

19s

 

Και μοιράστηκαν σε φωτοτυπίες δύο κατόψεις του. Η μια, με τη στάθμη πάνω από τις φυλλωσιές των δέντρων, και η άλλη, κάτω από αυτές.

Και ενώ προσπαθούσα να κάνω μια ανάλυση-παρουσίαση περί «σχεδίων & αναγνώσεων» βλέπω πως κάποιοι/ες/x, αυθόρμητα, να έχουν πιάσει τα χρωματιστά μολύβια και τους μαρκαδόρους και να σχεδιάζουν στην φωτοτυπία.

Κάπως έτσι σχεδιάζοντας επάνω στο επίπεδο της κάτοψης άρχισε το παιχνίδι. Άρχισαν να αναγνωρίζουν, να ερμηνεύουν και να «κατοικούν» με τον δικό τους τρόπο τις κατόψεις. Ενώ, προέκυπταν ερωτήσεις:

«Και αυτές οι γραμμές είναι ισοϋψείς; Αυτό είναι νερό; Οκ, αυτά είναι δέντρα. Και τι σχήματα είναι αυτά; Δεν καταλαβαίνω. Και αυτή η γραμμή; Είναι δρόμος; Μα τι είναι τούτο; Δεν βγαίνει νόημα. Και, σίγουρα αυτό είναι ένα πάρκο; Μήπως αυτός ο αρχιτέκτονας είναι τρελός;».

Μέχρι που επ-ανα-σχεδιάζοντας άρχισαν να προκύπτουν νέες κατόψεις, νέα πάρκα και μάλιστα πάρκα απρόσμενα όμορφα.

Έτσι όταν μετά από ώρα παρουσιάστηκαν οι φωτογραφίες του έργου του Μιράγες «το πάρκο των χρωμάτων», καθώς και εκείνου του χρωματιστού σκίτσου του διαγωνισμού και της αντίστοιχης μακέτας του Ενρίκε, όλα έμοιαζαν πιο φυσικά.

El Croquis 72(II)-Enric_Miralles-112

Dibujo, El parque de los colores. Σχέδιο, το πάρκο των χρωμάτων Enrique Miralles 1993.

Και τότε άρχισαν τα:

«Αααα, ώστε αυτό ήταν σιντριβάνι». «Και οι ισοϋψείς! Αμάν, αυτές νόμιζα πως ήταν ολόκληρη ρεματιά, όχι μικρά σκαλάκια». «Έλα ρε». «Τελικά δεν έχει τόσα δέντρα». «Και αυτά είναι φωτιστικά;». «Πως σκίαστρα;».

Και όσο προχωρούσαν οι φωτογραφίες της παρουσίασης και οι γραμμές των σχεδίων αντιστοιχούσαν πια στις χαράξεις του πάρκου τόσο μεγάλωνε ο ενθουσιασμός.

Ενθουσιασμός γιατί αυτό που αρχικά αποτελούσε ένα ακατανόητο πλέγμα γραμμών είχε γίνει, για καθέναν/μια/x, πιο οικείο, λογικό και κατανοητό μέσα από τα δικά τους σχέδια, τις δικές τους διερευνήσεις.

Και κυρίως, όλα αυτά είχαν προκύψει αυθόρμητα.

Με βάση το ένστικτο, τις ανάγκες ενός πάρκου και όχι κάποιας προκατασκευασμένης εικόνας. Η αμεσότητα της τυχαιότητας, η ελευθερία επιλογών μακριά από αιτιοκρατίες και κάποιο έλεγχο μεταξύ φόρμας και λειτουργικότητας έδωσαν χώρο στο παιχνίδι και κυρίως στην αξία κάθε ερμηνείας, την αξία να προσεγγίζεις τον κόσμο με «τον δικό σου τρόπο».

El Croquis 72(II)-Enric_Miralles-1141

Έμειναν και στην άκρη όλα εκείνα, τα μάλλον βαρετά, που είχα προετοιμάσει να πω:

«Για το ότι επιχειρήσαμε την ερμηνεία και την κατανόηση ενός έργου τέχνης (εδώ αρχιτεκτονικής) από την διαδικασία του σχεδιασμού του και όχι από την τελική-κτισμένη του μορφή.

Ή πως, πιο απλά, αυτή τη φορά ξεκινήσαμε από τα σχέδια και όχι από τις εικόνες ενός έργου.

Και πως με αυτή την προσπάθεια «από το ανάποδο» πραγματοποιήσαμε μια άσκηση «ανάγνωσης των σχεδίων».

Ή πως κάπως έτσι μπορεί ή θα μπορούσε το κτιστό περιβάλλον να «αναγνωστεί» από τα [πιθανά] σχέδια από τα οποία έχει προκύψει.»

Ήταν πιο φυσικό να μιλήσουμε για ότι προέκυψε.

Αυτά τα καινούργια πάρκα, «τα δικά τους» πάρκα. Και, πως τα δικά τους γραφιστικά παιχνίδια στο «πλάνο» της κάτοψης είχαν αποκαλύψει άλλα πράγματα και σημασίες γύρω από το «σχεδιάζω ένα πάρκο».

This slideshow requires JavaScript.

Και, εν τέλει, τι σημαίνει τελικά το «επ-ανα-σχεδιάζω» ή το «ξανα-σχεδιάζω»  [redraw (EN), redibujar (ES)]; Τι παραπάνω προσδίδει το πρόθεμα «ξανά», εκείνο το «επ-ανα», το «πάλι»; Καθώς γράφω για εκείνο το τόσο συγκινητικοσημαντικό μάθημα και εκείνα τα πάρκα προέκυψαν διάφορες κατηγορίες γύρω από το «επ-ανα-σχεδιάζω»:

Γιατί σίγουρα «επ-ανα-σχεδιάζω» καθώς περνώ/με ώρες και ώρες δουλεύοντας ένα σχέδιο. Και, ποιός/ά/x δεν έχει δει τα αρχεία του να πολλαπλασιάζονται καθώς τροποποιεί ένα πρότζεκ;

Φυσικά σχεδιάζω ξανά κάτι που προφανώς έχει ήδη χαραχθεί ή έχει ήδη θεωρηθεί τελειωμένο, έχει μπει στο συρτάρι, στο κάδρο, στο φάκελο, στην πολεοδομία, έχει σταλθεί στο μέιλ, με το wetransfer κτλ.

Αλλά και οι χαράξεις σε ένα οικόπεδο είναι και αυτές ένας «επ-ανα-σχεδιασμός». «Ένα κομμάτι γης» επ-ανα-σχεδιάζεται καθώς είναι το «υπόβαθρο», η «βάση», ο «τόπος», το «φόντο» νέων παρεμβάσεων.

Ίσως και αυτά τα «αντι-στρές» βιβλία ζωγραφικής αν και δεν αφήνουν στο σχεδιαστή κάποια βούληση ανήκουν σε αυτή την κατηγορία των επανασχεδιασμών.

Θυμήθηκα, φυσικά, κι εκείνους τους εκπληκτικούς επ-ανα-σχεδιασμούς του Uriel Seguí στην έκθεση με τίτλο «Οριοθετώντας το άμορφο [Bordeando lo informal]» ή όπως το έγραψε «κυνηγώντας όρια, χωρίς σταματημό». Εκεί έφτιαχνε δηλαδή με τις γραμμές του τα όρια των κηλίδων. Όπως γινόταν σε εκείνο το παιχνίδι της φαντασίας που κάναμε ιδίως μικροί καθώς με τη φαντασία «ακολουθούσαμε» τα περιγράμματα των ψηφίδων στο μωσαϊκό, τα πλακάκια ή στις επιφάνειες των ξύλων κτλ.

18474_l

Rebordeando 03, Uriel Segui

Τέλος θυμήθηκα πώς είχα νιώσει όταν άκουσα για πρώτη φορά εκείνο το ρήμα «επ-ανα-σχεδιάζω» [redraw (EN), redibujar (ES)].

Στην αρχή νόμιζα πως δεν ακούω καλά:

-«Πως»;

-«Re…»

-«Τι;»

-«Τι “ρε” και μαλακίες λένε.»

-«Γαμώ τις ξένες γλώσσες.»

-«Τι; Νέες λέξεις-νοήματα;»

-«Ωχ, πάμε πάλι..»

0s

Αφιερωμένο σε όσους/ες/x συμμετείχαν.

https://criticalnotebooks.tumblr.com/

Read More

criticalnotebooks_20180528_18103100asss

Πήραμε το «μονοπάτι της ζωής» και κατεβήκαμε προς την ακροποταμιά.

Ίσως χρειαζόταν μια εισαγωγή για την «εκπαίδευση έξω από τις αίθουσες ή τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους» ή κάτι για το βίντεο των Eames, που ξεκινά από την κλίμακα ενός πικνίκ, αλλά τελικά δεν είπα κάτι.

Κατάφερα μόνο να ψελλίσω πως: «Το θέμα της επίσκεψης δεν είναι ακριβώς νατουραλιστικό. Και, πως ίσως είναι περισσότερο σχετικό με τις αισθήσεις, τις μυρωδιές, το ρευματάκι του αέρα, τον ήχο των δέντρων, αλλά και πως το έδαφος στη φύση μπορεί να ιδωθεί σαν ένα σώμα σε άλλη κλίμακα..

Απλά καθίσαμε.

Ανοίξαμε τα τετράδια-μπλοκ για να σκιτσάρουμε.

This slideshow requires JavaScript.

Μια κοπέλα άνοιξε ένα βιβλίο: «Θα προτιμούσα να μην». Προτιμούσε να κάνει κάτι άλλο. Ήταν η κοπέλα που στα μαθήματα εμφάνιζε εκείνες τις γραμμές που «δεν θέλουν να είναι απόλυτες», «τις διακεκομμένες γραμμές» και που είχε μια τεχνική να «σχηματίζει όρια ζωγραφίζοντας εκτός περιγραμμάτων», αυτό που λέμε «από το αρνητικό».

Οι υπόλοιποι κάπως ξεκινήσαμε.

Τι ειναι αυτή η χαρά του σχεδιάζω;

Μας κοίταξα λίγο από μακριά. Δεν είχαμε καβαλέτα. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο πικνίκ.

Είχε και μια δυσκολία όλο αυτό το «μάθημα στην εξοχή», το «μη υποχρεωτικό», το «άνευ λόγου», το «δίχως θέμα».

Έχουν συχνά μια αμηχανία «οι αργίες». Όπως και οι στιγμές που η τέχνη προσπαθεί «να βρεί κάποιο καινούργιο νόημα», ή να ενεργεί «χωρίς νόημα», «γιατί έτσι».

Αλλά από την άλλη «πως θα φτιάξουμε ένα στόρυ χωρίς αιτία, αφορμή και προσχεδιασμένο σενάριο;» και άραγε «το αποτέλεσμα θα είναι τρέντυ»;

Ήρθαν στο νου εκείνες οι λέξεις του Χαβιέρ Σεγί: «μέσα από το σχέδιο φτιάχνεις τον εαυτό, εκεί συστήνεται η προσωπικότητα του υποκειμένου[individuation]». Πως το σχέδιο λειτουργεί σαν τον καθρέφτη, η δράση όπου καθένας μπορεί ελεύθερος να δοκιμάζει και να δοκιμάζεται.

Τι θα γινόταν αν έφτανε στα όρια του χαρτιού ή εκείνης της ελευθερίας του να «κινούμαι-χαράσσω» χωρίς σκέψη, του «και αν» και «γιατί όχι», μακριά από επικρίσεις και αγωνίες γυρω από το «μοιάζει;» και το «αρέσει;».

Τα ίχνη των γραμμών μας είχαν περισσότερο να κάνουν με τις αισθήσεις και όλα εκείνα τα ανείπωτα που προσπαθούν «όπως όπως» να «βγουν προς τα έξω» άτσαλα, ακατανόητα, μουτζουρωμένα αλλά και ανέμελα.

Όλα αυτά τα σημάδια στο χαρτί δεν μπορούν να ερμηνευτούν με κάποια ευθεία αντιστοίχιση. Δηλαδή μια γραμμή δεν αντιστοιχούσε απαραίτητα σε κάτι συγκεκριμένο.

Σε αυτούς τους χαραγμένους καθρέφτες, αυτό το αρνητικό αποτύπωμα, «εκεί έξω», «στον καθαρό αέρα», μακρυά από την αίθουσα, την πόλη και τους τύπους, τι κάναμε;

Όλοι κάτι έφτιαχναν, κάτι δοκίμαζαν.

Κάποια στιγμή βλέπω την Μαρία. Η Μαρία θα λέγαμε πως «ζωγραφίζει καλά», έχει εκπληκτικό ταλέντο στις αναπαραστάσεις. Συχνά έχω την εντύπωση πως η ελευθερία και οι «αναγνώσεις» των αφηρημένων σχεδίων την έχουν δυσκολέψει. Αλλά τι κάνει;

Read More